Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Φεβρουαρίου 2011

«Ο ρόλος της Ορθοδοξίας στη Νέα Εποχή της Παγκοσμιοποίησης»

του Κώστα Λ. Ζημιανίτη, Δρ. ΜΜΕ 

Εισαγωγή

     Ο πλανήτης μας από τη δεκαετία του ’80 ζει το μύθο της υπέρβασης των εθνικών Κρατών και της ανάδειξης του ενοποιημένου κόσμου1, με παράλληλη συζήτηση για το μετακομουνιστικό τέλος της ιστορίας και της δαιμονοποίησης της Ανατολής (Σύμφωνα με έρευνα του περιοδικού TIME, ένας στους δύο Αμερικανούς είναι σίγουρος ότι η 11η Σεπτεμβρίου είχε προβλεφθεί από το βιβλίο της Αποκάλυψης και ακόμα ότι ο Αρμαγγεδώνας βρίσκεται κάπου στη Μέση Ανατολή)2.
     Την παγκοσμιοποίηση άλλοι την εκλαμβάνουν ως σημαντική πρόοδο και άλλοι ως αναμφισβήτητη απειλή, ως δούρειο ίππο που έρχεται να καταλύσει το υπάρχον κοινωνικό σύστημα ακόμη και στις χώρες της Ευρώπης. Παραμένει πάντως γεγονός ότι η ραγδαία αύξηση των οικονομικών, πολιτιστικών και πολιτικών δεσμών μεταξύ όλων των λαών της γης έχει μετατρέψει τον πλανήτη μας σε ένα «παγκόσμιο χωριό»3.
     Με μελαγχολία όμως σήμερα, ύστερα από εικοσαετή περίπου υπερπροσπάθεια, διαπιστώνεται το αδιέξοδο στην επιδιωκόμενη παγκοσμιοποίηση. Τα ανυπέρβλητα εμπόδια που ορθώνονται μπροστά της είναι από τη μία πλευρά τα ιδιαίτερα εθνικά, κοινωνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά του κάθε λαού και από την άλλη οι φωνές που συνεχώς καταγγέλλουν την ασυδοσία του παγκόσμιου κεφαλαίου4.
     Ο ρόλος των θρησκειών, ως πνευματικο-κοινωνικά μεγέθη, στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον υπήρξε ανέκαθεν ενωτικός αλλά και διχαστικός. Συνέβαλαν στην υπέρβαση των συνόρων αλλά δημιούργησαν και «κλειστές» κοινότητες π.χ. την ισραηλιτική και τη μουσουλμανική. Ακόμη βοήθησαν στο να προαχθούν οι ανθρώπινες ελευθερίες αλλά και σε πολλές περιπτώσεις να ανασταλούν5.
     Στα πλαίσια της νέας παγκοσμιοποιημένης εποχής η Ορθοδοξία στηριζόμενη στο τριαδικό δόγμα μέσω του οποίου εξαίρεται η αγάπη και η ελευθερία, στον κοινοβιακό της χαρακτήρα και στο αντικαταναλωτικό πνεύμα του μοναχισμού επιχειρεί να αντισταθεί στις προκλήσεις και να δείξει στους πιστούς της τον ορθό δρόμο του Χριστού.

1. Μορφές παγκοσμιοποίησης

1.1 Οικονομική παγκοσμιοποίηση

     Η φιλελευθεροποίηση της οικονομίας, ο από μηχανής θεός που θα έβγαζε από το οικονομικό τέλμα τον πλανήτη μας, σφράγισε πολιτικά και ιδεολογικά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες. Έτσι, οι μέχρι πρόσφατα απαγορευμένες και καταχρηστικές συμπεριφορές του κεφαλαίου καλύπτονταν κάτω από το συντριπτικό επιχείρημα της ανταγωνιστικότητας και δικαιολογούνταν  εύκολα η κατάρρευση των μισθών, της απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας των εργαζομένων6. Σήμερα όμως το «σύστημα» έχει περιέλθει σε αδιέξοδο και αμηχανία. Ακόμη και ο «άρχοντας» του φιλελευθερισμού Milton Friedman συνειδητοποίησε τον ψευδεπίγραφο χαρακτήρα της εποχής μας.

1.2 Παγκοσμιοποίηση της πληροφορικής

     Σε αρκετές περιπτώσεις οι ηγέτες, ιδιαίτερα των Μεγάλων Δυνάμεων, επαίρονται για τη σύγχρονη τεχνική που έχουν στη διάθεσή τους και με την οποία μπορούν να διαφεντεύουν κατά το δοκούν τις τύχες των αδυνάμων. Παράλληλα όμως, ως απλοί πολίτες, διαπιστώνουμε ότι είμαστε έρμαια ποικίλων και ανωνύμων δυνάμεων (βλ. Internet)7. «Νούμερα», των οποίων η ύπαρξη δεν ενδιαφέρει κανέναν. Περιστοιχιζόμαστε από πλήθη ανθρώπων-στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο, στη φαντασία μας-αλλά στην πραγματικότητα νιώθουμε μόνοι, αφού ούτε ο πλούτος ούτε η προωθημένη τεχνική μπορούν να μας ανακουφίσουν8. 

1.3 Πολιτισμική παγκοσμιοποίηση

     Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι στη σημερινή συγκυρία της παγκόσμιας ενοποίησης έχει αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα ο κυρίαρχος στις ισχυρές δυνάμεις ιδεολογικός λόγος, ο οποίος παρά την «εκλέπτυνσή του» εξακολουθεί να αξιολογεί τους λαούς και  τους  πολιτισμούς  σε «ανώτερους» και «κατώτερους» και να υποτιμά τις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Έτσι, σ’ αυτό το πλαίσιο, η παγκοσμιοποίηση γίνεται συχνά αντιληπτή στις διάφορες κοινωνικές ομάδες ως μία ενότητα όπου αντιπαρατίθενται συμφέροντα εθνικά, δηλαδή συμφέροντα ανάμεσα σε έθνη-κράτη, τα οποία  αναπαρίστανται ως ομοιογενή σύνολα, χωρίς εσωτερικές έριδες9.
     Σε κάθε όμως περίπτωση αποτελεί μέγιστη πρόκληση για την εποχή μας, η τάση που κυριαρχεί σ’ ολόκληρο τον πλανήτη για ειρηνική συμβίωση των λαών, για συνύπαρξη και συνάντηση των πολιτισμών, για ανοχή στις διαφορές και για καταπολέμηση όλων των διακρίσεων.

1.4 Οικολογική παγκοσμιοποίηση

     Το 1997 στο Κιότο της Ιαπωνίας οι περισσότερες χώρες του πλανήτη, εξαιρουμένων των ΗΠΑ και της Κίνας, υπέγραψαν διεθνή συμφωνία με το όνομα «Πρωτόκολλο του Κιότου», το οποίο προέβλεπε ότι μέχρι το 2012 η παγκόσμια εκπομπή, κυρίως του διοξειδίου του άνθρακα αλλά και άλλων πέντε αερίων, που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, θα πρέπει να έχει μειωθεί κατά 5,2% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.
     Οι ΗΠΑ αρνούνται ακόμη και τώρα να εφαρμόσουν τη συγκεκριμένη συμφωνία, επικαλούμενες ότι με βάση το δικό τους δεκαετές πρόγραμμα θα μειώσουν κατά 18% τις εκπομπές ρύπων μέχρι το 2012. Αυτό όμως που δεν λένε είναι ότι αν εφάρμοζαν το Πρωτόκολλο του Κιότου την περίοδο 1990-2002 θα είχαν μειώσει τις εκπομπές κατά 7%, ενώ με την τακτική τους την αύξησαν κατά 16,7%.
     Είναι, λοιπόν, προφανές ότι από τη μία πλευρά οι ηγέτες των μεγάλων δυνάμεων βάζουν τα οικονομικά τους συμφέροντα πάνω από τη σωτηρία του πλανήτη και από την άλλη οι απλοί πολίτες βολεμένοι στις ανέσεις τους αδιαφορούν για την οικολογική καταστροφή του περιβάλλοντος. Έτσι, είναι παράλογο να ζητούμε από το δυστυχή και πάμφτωχο Αφρικανό ή Ασιάτη να ξεσηκωθεί και να απαιτήσει από τους ηγέτες του οικολογική ευαισθησία και συνείδηση10.

2. Συνέπειες της παγκοσμιοποίησης

     Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο ζήτημα της παγκοσμιοποίησης είναι να μην αναμειχθεί σ’ ένα μοιρολατρικό δρόμο κρίσης και υπονόμευσης του κράτους πρόνοιας και ελλείμματος της δημοκρατίας, αλλά, αντίθετα, μέσα από διαδικασίες δημοκρατικού και πολιτισμικού πλουραλισμού, να μορφοποιηθεί σε μια παγκόσμια κοινότητα, με κεντρικό σημείο προσανατολισμού τον άνθρωπο και την ειρήνη11.

2.1 Θετικές αλλαγές

     Η παγκοσμιοποίηση προσφέρει ολοένα και περισσότερες δυνατότητες στα άτομα και στους λαούς να έρθουν σε επαφή και να αξιοποιήσουν ευκαιρίες  απλησίαστες και αδιανόητες στις προηγούμενες γενιές. Πιο συγκεκριμένα ως θετικές κρίνονται οι παρακάτω αλλαγές στη ζωή των ανθρώπων:
α) Η πρόοδος των επιστημών με προεξάρχουσα την εξέλιξη της τεχνολογίας.
β) Η διευκόλυνση της επικοινωνίας των ανθρώπων και της ανταλλαγής των αγαθών.
γ) Η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού και πολλών ασθενειών.
δ) Η προώθηση των δημοκρατικών αρχών, με παράλληλη αναγνώριση της θέσης και του ρόλου των γυναικών και των νέων.
ε) Η ανάπτυξη διάφορων μορφών αλληλεγγύης και εθελοντισμού (στη χώρα μας, αν και αυτό δεν μπορεί να μετρηθεί με ακρίβεια, οι οργανώσεις εθελοντικής προσφοράς ανέρχονται σε χίλιες διακόσιες περίπου).

2.2 Αρνητικές αλλαγές

     Πάντως η μέχρι τώρα δυναμική της παγκοσμιοποίησης παραμένει επιδεικτικά άνιση και επιλεκτική, ενισχύοντας ανισορροπίες και αντιφάσεις οι οποίες με τη σειρά τους δυσχεραίνουν αντί να διευκολύνουν τη σύγκλιση οικονομιών, πολιτισμών και ανθρώπων. Πιο συγκεκριμένα:
α) Οι πλούσιες χώρες γίνονται πλουσιότερες και οι φτωχές φτωχότερες, βαθαίνοντας έτσι το μεταξύ τους χάσμα.
β) Εκατομμύρια   συνάνθρωποί   μας  ωθούνται  στο  περιθώριο και ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας.
γ) Η ανεργία διογκώνεται, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται μεγάλες μετακινήσεις εργατικού δυναμικού από τις υπανάπτυκτες προς τις πλούσιες χώρες της Βορρά.
δ) Η αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων έχει οδηγήσει σε οικολογική καταστροφή σημαντικούς «πνεύμονες» του πλανήτη μας.
ε) Αρκετοί νέοι αναζητώντας διέξοδο στα πιεστικά προβλήματα της καθημερινότητας, οδηγούνται στη βία, στα ναρκωτικά και τελικά στο περιθώριο.

3. Θρησκείες και παγκοσμιοποίηση

     Ανέκαθεν, ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των μεγάλων θρησκειών ήταν η δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινωνίας. Με μια ειδοποιό διαφορά από τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση, οι θρησκείες προσπαθούσαν την καθολίκευσή τους προβάλλοντας η κάθε μία τις δικές της δογματικές αλήθειες. Σε κάθε όμως περίπτωση, όλες τόνιζαν την ανάγκη της φιλανθρωπίας, της λιτότητας, της εγκράτειας και της δικαιοσύνης στις ανθρώπινες σχέσεις.
     Εντούτοις, σε αρκετές περιπτώσεις οι θρησκείες όρθωσαν τείχη και δημιούργησαν ασφυκτικές καταστάσεις, αναστέλλοντας έτσι στην πράξη την αρμονική συμβίωση λαών με διαφορετική πίστη12.

3.1 Η Ορθοδοξία στον 20ο αιώνα

     Στη διάρκεια του 20ου αιώνα η Ορθοδοξία βίωσε την εμπειρία των διωγμών και του μαρτυρίου, μέσα από δύο ιστορικά γεγονότα: τη Ρωσική Επανάσταση του 1917 και τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922-3. Στην περίπτωση της επανάστασης των Μπολσεβίκων οι άνθρωποι οι οποίοι μαρτύρησαν για την πίστη τους υπερβαίνουν κατά πολύ αυτούς που θυσιάστηκαν στα 300 χρόνια των ρωμαϊκών διωγμών. Τα πράγματα για του Ρώσους Ορθοδόξους άρχισαν να αλλάζουν με την επικράτηση της Περεστρόικα το 1988. Τότε τους επιτράπηκε να ανοίξουν τα μοναστήρια τους και να εκτελούν ελεύθερα τα θρησκευτικά τους καθήκοντα. 
     Στις συνέπειες της Μικρασιατικής καταστροφής καταγράφουμε διάφορα γεγονότα θρησκευτικά (κλείσιμο της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης το 1971 και ομηρία του Πατριαρχείου  Κωνσταντινουπόλεως  στο Φανάρι) και πολιτικά (ανταλλαγή των πλη-θυσμών  που οδήγησε  από τη μία πλευρά στη συρρίκνωση του Ελληνισμού στην Πόλη και από την άλλη στην ομοιογένεια του πληθυσμού της Ελλάδας), τα οποία σημάδεψαν όχι μόνο την Ορθοδοξία αλλά και τη νεώτερη ιστορία της χώρας μας.
     Το αδύνατο πάντως σημείο στη δράση της Ορθοδοξίας κατά τον 20ο αιώνα αποτέλεσε και εξακολουθεί ακόμη και σήμερα να βαραίνει τη σκέψη του Οικουμενικού Πατριάρχη, η παραχώρηση της αυτοκεφαλίας σε διάφορες ορθόδοξες εθνότητες ανά την υφήλιο, η οποία στην πράξη καταργεί την αυτομαρτυρία της Ορθοδοξίας ότι είναι η μία, αγία, καθολική και αποστολική Εκκλησία13.
     Έτσι, δεν έγινε κατορθωτή η προσέγγιση των Ορθοδόξων τόσο στον ευρωπαϊκό, όσο και στον αμερικανικό χώρο. Η κάθε Ορθόδοξη κοινότητα θεώρησε την πίστη ως μια καλή ευκαιρία για την επιβίωση των ηθών και των εθίμων της γενέτειράς της, με αποτέλεσμα να παραμείνει ενοριακή με την αρνητική χροιά της λέξης. 

3.2 Η Ορθοδοξία στο παγκόσμιο περιβάλλον

     Στις σύγχρονες συνθήκες ζωής, με αγωνία διαπιστώνουμε ότι δίπλα μας ζουν και κινούνται άνθρωποι, οι οποίοι με πολύ επιμελημένο τρόπο κρύβουν τα «πρόσωπά» τους και εμφανίζονται με τα «προσωπεία» τους. Σ’ αυτό το περιβάλλον, παγκόσμιο πλέον, καλείται ο χριστιανός Ορθόδοξος από τη μία πλευρά να αποτινάξει τον εγωισμό του και να εργαστεί για μια κοινωνία αγάπης και από την άλλη να βοηθήσει στη διάκριση της αυθεντικής παράδοσης της Εκκλησίας από τις δοξασίες των ανθρώπων και τις παραδόσεις των εθνών14.
     Μιλώντας στο Νταβός το 1999, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος, τόνισε το προβάδισμα του ανθρώπου έναντι της οικονομικής ευρωστίας, δικαιώνοντας παράλληλα ηθικά την παγκοσμιοποίηση μόνο στην περίπτωση που αυτή συνεπάγεται και δικαιότερη κατανομή του παραγόμενου πλούτου15. Έτσι, η Ορθοδοξία ως πίστη αλλά και εμπειρία, προβλέπεται να αποτελέσει στο μέλλον κέντρο αντίστασης στην αλλοίωση της ταυτότητας πολλών λαών του πλανήτη μας.

3.2.1 Η υπέρτατη κοινωνία του Τριαδικού Θεού

     Η βεβαιότητα της Τριαδικότητας του Θεού, όπου η ενότητα δεν είναι ούτε στατική, ούτε απλώς λειτουργική: είναι υποστατική, δηλαδή καθένα από τα πρόσωπα διατηρεί τα ιδιάζοντα  χαρακτηριστικά  Του  σε  μια  ασύγχυτη ένωση, και η ενότητα «μεταδίδει» τα χαρακτηριστικά αυτά στους ανθρώπους, ώστε και αυτοί με τη σειρά τους να εγκαθιδρύσουν κοινωνία αγάπης, υπήρξε ένας μικρός Γολγοθάς για την ανθρώπινη σκέψη και ένα από τα καίρια σημεία του χριστιανικού στοχασμού16.
     Συνέπεια μάλιστα της πίστης στον Τριαδικό Θεό είναι και η θέση ότι όλες οι εγκόσμιες δυνάμεις (θετικές και αρνητικές) είναι κτιστές. Μ’ άλλα λόγια καμιά φυσική δύναμη δεν μπορεί να προσδιορίσει με απόλυτο τρόπο τη ζωή του ανθρώπου. Έτσι, δεν ήταν τυχαίο γεγονός οι διωγμοί των Ρωμαίων κατά των Χριστιανών, γιατί εξαιτίας του διατάγματος της μονοθεΐας αποδεσμεύονταν οι δεύτεροι από την υποχρέωσή τους να προσκυνούν τον αυτοκράτορα ως θείο πρόσωπο.

3.2.2 Ο άνθρωπος ως Θείο δημιούργημα

     Το αξιοθαύμαστο της ανθρωπότητας δεν βρίσκεται μόνο στην ποικιλία και στην πολλαπλότητά της αλλά κυρίως στην ενότητά της, η οποία εδράζεται στην κατ’ εικόνα Θεού πλάση του ανθρώπου. Έτσι, όλοι ο άνθρωποι, ανεξάρτητα από το χρώμα του δέρματός τους, τη γλώσσα τους και την κουλτούρα τους, φέρουν τη θεία εικόνα, δηλαδή ελεύθερη βούληση και αγάπη κατά το πρότυπο της Αγίας Τριάδας17.
     Η φυσική, λοιπόν, κατάσταση του ανθρώπου είναι να συμβιώνει σε κοινωνίες αγάπης. Δυστυχώς όμως, ο εγωισμός του τον οδήγησε να αμφισβητήσει την κοινωνία του με το Θεό και κατά συνέπεια και με τους άλλους ανθρώπους και το φυσικό του περιβάλλον. Μια αμφισβήτηση, που θεωρήθηκε «αμαρτία» και «αλλοτρίωση» της ουσίας της ανθρώπινης φύσης. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να γίνεται αναφορά στην «κοινωνία αγάπης» με την αρχική της έννοια.

3.2.3 Η ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού

     Αν θέλουν στις μέρες μας οι χριστιανοί να παίξουν αποφασιστικό ρόλο στην ενότητα της ανθρωπότητας, οφείλουν να ομολογούν δημόσια και απερίφραστα το γεγονός  της  ενανθρώπησης  του  Λόγου  του  Θεού. Δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση στους χριστιανούς να δουν την εν Χριστώ λύτρωση ως αποκλειστική σωτηρία του μικρού τους εγώ. Η βασιλεία του Θεού, την οποία ανήγγειλε ο Ιησούς, είναι προς όλους ανοικτή18.
     Μία όμως από τις πλάνες του σημερινού ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι ότι επιδιώκει και μάλιστα επίμονα να αντικαταστήσει την πίστη στο Θεάνθρωπο με την πίστη στον άνθρωπο19. Λησμονούν βέβαια οι οπαδοί του ότι χάρη στην ενσάρκωση του  Λόγου του Θεού, ο θάνατος και ο διάβολος δεν είναι πλέον ανίκητοι.


3.2.4 Η Εκκλησία ως σύμβολο της παγκόσμιας ενότητας

     Η εν Χριστώ Εκκλησία με την «κοινωνία της αγάπης», η οποία εκπορεύεται δια του Αγίου Πνεύματος, καταργεί σήμερα όλα τα τεχνητά σύνορα που υψώνονται προκειμένου να εμποδίσουν το πλησίασμα των φυλών, των γλωσσών, των τάξεων και των πολιτισμών20. Πρόκειται δηλαδή για μια ενότητα που δεν στηρίζεται στην ισοπέδωση και στην εξαφάνιση του αντίθετου του διαφορετικού αλλά στην ανάδειξη των εσωτερικών δυνάμεων που υπάρχουν στον κάθε άνθρωπο, αρκεί αυτές να υπηρετούν το βασικό χαρακτηριστικό της «Θείας εικόνας» που είναι η ανιδιοτελής αγάπη.
     Στην όλη διαδικασία η συμμετοχή του κάθε χριστιανού είναι επιβεβλημένη, γιατί η αδιαφορία για τις ανάγκες των άλλων ανθρώπων θεωρείται από την Αγία Γραφή θανάσιμο αμάρτημα, περιφρόνηση του ίδιου του Θεού21. Ο Χριστιανισμός τονίζει σε κάθε ευκαιρία την ευθύνη του καθενός για την εξέλιξη του κόσμου. Όποιος παραμένει απαθής ενώπιον της ιστορίας, δεν μπορεί ποτέ να είναι καλός χριστιανός22.

3.3 Το ζητούμενο από την Ορθοδοξία

     Η ορθή αντιμετώπιση του φαινόμενου της παγκοσμιοποίησης από την Εκκλησία, απαιτεί την πνευματική αναγέννηση του ανθρώπου στο πλαίσιο της εν Χριστώ ζωής του. Έτσι, η Ορθοδοξία θα μπορέσει να καλλιεργήσει συνειδήσεις, να διαμορφώσει προσωπικότητες, οι οποίες με το παράδειγμα του βίου τους θα αποτελέσουν το ανοσοποιητικό  σύστημα  στις προκλήσεις-επιθέσεις της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας.
Με άλλα λόγια είναι επιτακτική, πλέον, η ανάγκη να αναζητηθούν άνθρωποι με όραμα, με ανιδιοτελή αγάπη, οι οποίοι θα μπορούν να αντισταθούν στην αλαζονεία, στην υποκρισία και στον ατομικό, φυλετικό ή εθνικό εγωκεντρισμό23.
     Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν πρέπει να παρασυρθεί από τις σειρήνες της παγκοσμιοποίησης και να εισέλθει στη λέσχη των οικονομικά δυνατών του πλανήτη μας. Η δύναμη της Ορθοδοξίας ποτέ στο παρελθόν δεν στηρίχθηκε στην άσκηση της κοσμικής εξουσίας.
     Η Εκκλησία οφείλει να ορθώνει το ανάστημα της και να καυτηριάζει φαινόμενα εξαθλίωσης και καταρράκωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Η συμβολή της θα κριθεί ως θετική αν καταφέρει να συμβάλλει στην προσέγγιση των ανθρώπων (είτε  αυτοί απολαμβάνουν τα αγαθά του σημερινού πολιτισμού είτε ζουν στο «περιθώριο» και αποτελούν το όνειδος της κοινωνίας μας).
     Τελικά, η ειδοποιός διαφορά του χριστιανικού παγκόσμιου οράματος από κάθε άλλη μορφή παγκοσμιοποίησης βρίσκεται στη συνειδητή συμμετοχή του κάθε πιστού στη θεία λατρεία, η οποία τον βοηθάει να εκτελεί το χρέος του προσβλέποντας στην παγκόσμια ενότητα. Μια παγκόσμια κοινωνία αγάπης ελευθέρων ανθρώπων για την οποία αξίζει κανείς να αγωνίζεται και να θυσιάζεται24.

Επίλογος

     Η εξέταση των τάσεων του παγκόσμιου συστήματος στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι ετών επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο ότι τόσο η παγκόσμια οικονομία όσο και οι τοπικές βαδίζουν κατά την περίοδο αυτή σε άγνωστα-θολά νερά.
     Οι κυβερνήσεις χρησιμοποιώντας το ιδεολόγημα της παγκοσμιοποίησης καταφέρνουν να συγκαλύπτουν από τη μία πλευρά την καχεξία των δεικτών της οικονομίας και από την άλλη την έκρηξη της ανεργίας, της φτώχειας και των κοινωνικών αποκλεισμών. Έτσι, η διεθνής κοινότητα, οι διεθνείς θεσμοί και κανόνες είναι σήμερα πολύ πιο εξασθενισμένοι και ανίσχυροι απ’ ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν25.
     Λύση στις παραπάνω διαπιστώσεις θα δοθεί αν τα Κράτη σκύψουν στα προβλήματα και με συστηματικό τρόπο αγωνιστούν για τον περιορισμό της ασυδοσίας του Κεφαλαίου και της κάθε μορφής παγκοσμιοποίησης, που με πρωτοφανή και ανάλγητο τρόπο έχουν καταλύσει κάθε έννοια κοινωνικής δικαιοσύνης.
     Στην όλη προσπάθεια της παγκοσμιοποίησης, η Ορθοδοξία δεν πρέπει να παρασυρθεί στην προβληματική και στο μεσσιανισμό των κοσμικών δυνάμεων. Η θρησκευτική προσφορά διαφέρει ριζικά σε ποιότητα και σημασία από εκείνη των κοσμικών παραγόντων, και παραμένει αναντικατάστατη26.
     Η Ορθοδοξία οφείλει να οδηγήσει την απλή κοινότητα σε μια κοινωνία αγάπης, με την έννοια της οργανικής κοινωνίας προσώπων εν αγάπη, και όχι της απλής συνύπαρξης ανθρώπων. Άρα για να αντιμετωπισθούν οι αρνητικές συνέπειες της παγκοσμιοποιήσεως χρειαζόμαστε προσωπικότητες-ηγέτες που θα διακρίνονται για τη δίκαιη κρίση τους, την αγαθή τους συνείδηση, το σεβασμό τους στην ελευθερία και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε προσώπου, λαού και έθνους. Όσο μάλιστα πιο ξεκάθαρο είναι το θρησκευτικό βίωμα, τόσο πιο αποφασιστική θα είναι η αγωνιστική διάθεση των λαών μέσα στο παγκόσμιο γίγνεσθαι.
     Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι η παγκοσμιοποίηση είναι πλέον μια διαδικασία που κανείς δεν μπορεί να τη σταματήσει. Οι αναταραχές από την εξάπλωσή της είναι αναπόφευκτες και πολλές φορές ανεξέλεγκτες. Αυτό όμως, σ’ ό,τι αφορά τους Ορθοδόξους, δεν πρέπει να τους αιφνιδιάζει, γιατί η παγκοσμιότητα και η οικουμενικότητα αποτελούν βασικό στοιχείο της εν Χριστώ ζωής τους.

1  Κ. Βεργόπουλου, Παγκοσμιοποίηση. Η Μεγάλη Χίμαιρα, Αθήνα: Α. Α. Λιβάνη 1999,19. 
2  Σ. Δεσπότης, «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ», Σημειώσεις Παραδόσεων, Αθήνα  2006,σ.1
3 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου,  Παγκοσμιότητα και Ορθοδοξία, Αθήνα: Ακρίτας 2000,17.
4  Κ. Βεργόπουλου, ό.π.27.
5 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.25-26.
6  Κ. Βεργόπουλου, ό.π.30-38.
7 Σήμερα το Internet ή διαδίκτυο καταργεί τους περιορισμούς του χώρου και του χρόνου και δίνει για πρώτη φορά τη δυνατότητα για την από απόσταση παροχή υπηρεσιών (π.χ. τηλεκπαίδευση, ηλεκτρονικό εμπόριο, τηλεϊατρική κ.ά.) μεταβάλλοντας  έτσι δραματικά τους παραδοσιακούς τρόπους επικοινωνίας και συνδιαλλαγής. Παρά όμως τις όποιες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις που προέρχονται κυρίως από την έλλειψη κάποιας συντονιστικής και ελεγκτικής αρχής, είναι σίγουρο ότι το διαδίκτυο θα αποτελέσει μελλοντικά έναν εξαιρετικά σημαντικό χώρο δραστηριοτήτων, εξελίξεων και καινοτομιών.
8 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.29.
9  Α. Φραγκουδάκη, «Τι είν’ η πατρίδα μας;», Εθνοκεντρισμός στην Εκπαίδευση, Α. Φραγκουδάκη & Θ. Δραγώνα (επιμ.), Αθήνα: εκδ. Αλεξάνδρεια 1997,σ.17.
10 Γ. Γεωργούλη, Η συνθήκη του Κιότο, Η ΕΝΩΣΗ, φ.39,σ.12 Φεβρουάριος-Μάρτιος 2005.
11 Α. Αθανασούλα - Ρέππα, «Ο Εκπαιδευτικός Οργανισμός στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Περιβάλλον», Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων, Τόμ. Γ΄: Κοινωνική και Ευρωπαϊκή Διάσταση της Εκπαιδευτικής Διοίκησης, Α. Κόκκος (επιμ.), Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών 1999,σ.107.
12 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.251-252.
13 Σ. Δεσπότη, ό.π.3-5.
14  ό.π.13.
15  Ν. Νικολόπουλου, «Ασκητική αντίσταση στην Παγκοσμιοποίηση», Σύναξη 73 (2000), σ.19.
16 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.34.
17 ό.π.35-36.
18  Σ. Δεσπότη, ό.π.17.
19 Αρχιμ.  Ιουστίνου  Πόποβιτς, Άνθρωπος  και  Θεάνθρωπος,  Αθήνα: Παπαδημητρίου  1987, 145 κε.
20 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.40.
21 ό.π.44.
22 Γ. Φλωρόφσκυ, «Πορεία της Ρωσικής Θεολογίας», Θεολογία, αλήθεια και ζωή. Πνευματικό Συμπόσιον, Αθήνα 1962,σ.29.
23 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.265.
24 ό.π. 267-268.
25  Κ. Βεργόπουλου, ό.π.380.
26 Αρχιεπ. Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, ό.π.31.

Βιβλιογραφία

Αθανασούλα-Ρέππα Α., «Ο  Εκπαιδευτικός  Οργανισμός  στο Διεθνές και Ευρωπαϊκό Περιβάλλον», Διοίκηση Εκπαιδευτικών Μονάδων,Τόμ. Γ΄: Κοινωνική και Ευρωπαϊκή Διάσταση της Εκπαιδευτικής  Διοίκησης, Α. Κόκκος (επιμ.),Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών 1999,σ.107.
Αναστασίου, Αρχιεπ. Τιράνων και  πάσης Αλβανίας, Παγκοσμιότητα  και  Ορθοδοξία, Αθήνα: Ακρίτας 2000.
Βεργόπουλου Κ., Παγκοσμιοποίηση, η μεγάλη Χίμαιρα, Εκδόσεις «Νέα Σύνορα» Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1999.
Γεωργούλη Γ., Η συνθήκη του Κιότο, Η ΕΝΩΣΗ, φ.39, σ.12 Φεβρουάριος - Μάρτιος 2005.
Δεσπότη  Σ., «Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΣΤΟΝ 21Ο ΑΙΩΝΑ», Σημειώσεις Παραδόσεων, Αθή-να  2006.
Νικολόπουλου Ν., «Ασκητική αντίσταση στην Παγκοσμιοποίηση», Σύναξη 73(2000),  σ.19.
Πόποβιτς  Ιουστ. Αρχιμ., Άνθρωπος  και  Θεάνθρωπος, Αθήνα: Παπαδημητρίου 1987, 145κε.
Φλωρόφσκυ Γ., «Πορεία της Ρωσικής Θεολογίας», Θεολογία, αλήθεια και ζωή. Πνευματικό Συμπόσιον, Αθήνα 1962,σ.29.
Φραγκουδάκη Α., «Τι είν’ η πατρίδα μας;»,Εθνοκεντρισμός στην Εκπαίδευση, Α.Φρα-γκουδάκη & Θ. Δραγώνα (επιμ.), Αθήνα: εκδ. Αλεξάνδρεια 1997,σ.17.

Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Ο ρόλος της εικόνας από την «εικονομαχική έριδα» μέχρι τη νεοτερική εποχή

του Κώστα Λ. Ζημιανίτη, Δρ. ΜΜΕ

Εισαγωγή

       Καθώς σήμερα ο άνθρωπος κατακλύζεται διαρκώς από εικόνες, έντονη είναι και η συζήτηση που διεξάγεται όσον αφορά τις επιπτώσεις που έχει πάνω του αυτός ο καταιγισμός εικονικής πληροφορίας. Και αν η χρήση της εικόνας, ακριβώς λόγω της ποσότητας της πληροφόρησης που παρέχει, θα μπορούσε να έχει θετικές επιπτώσεις σε επίπεδο γνώσεων, η πληθώρα των πληροφοριών αλλά και οι ιδιαιτερότητες της μετάδοσής τους θέτουν ζητήματα που αφορούν τόσο την ποιότητα επεξεργασίας της εικονικής πληροφορίας όσο και το είδος των νοητικών διεργασιών που ενεργοποιούνται για την πρόσληψής της. Ιδιαιτερότητες όπως η διαφορετική αναγνωστική στάση που απαιτεί το εικονικό μήνυμα σε σχέση με το λεκτικό (το οποίο, για να παραχθεί νόημα, απαιτεί μια ανάγνωση γραμμική σε αντίθεση με την εικόνα, που από τα μέρη οδηγείται κανείς στο σύνολο1), η περίφημη πολυσημία της εικόνας καθώς και η ιδιαιτερότητά της να συγκεκριμενοποιεί, να εξειδικεύει σε αντίθεση με τη γλώσσα η οποία γενικεύει2, η σημασιοδοτική δύναμη και ιδιαιτερότητα κάθε λόγου ή μέσου (λ.χ. η ψυχαγωγική διάσταση της τηλεόρασης και η χαλάρωση που αυτή υπαγορεύει) υποθέτουμε πως έχουν κάποιες επιπτώσεις πάνω στο δέκτη3.
       Με άλλα λόγια, στον «πολιτισμό της εικόνας» που ζούμε, σ’ έναν πολιτισμό όπου η ποσότητα και η ποικιλία της πληροφόρησης αλλά και η προτεραιότητα του «οπτικού» απέναντι στο «λεκτικό» εισάγουν νέους τρόπου αντίληψης, καταγραφής της πραγματικότητας αλλά και της σκέψης, είναι σκόπιμη η διασάφηση του ρόλου της εικόνας από την «εικονομαχική έριδα» (πνευματικός διάλογος τον 8ο και 9ο μ.Χ. αιώνα σχετικά με τη χρήση των τεχνών στη λατρεία) μέχρι τις μέρες μας.
       Όσον αφορά τους Βυζαντινούς είναι βέβαιο ότι δεν ξεχώριζαν την καλλιτεχνική δημιουργία από τη θρησκευτικότητα ή την τέχνη από τη θρησκεία. Αργότερα όμως, ο νεοτερικός  ή  μετανεοτερικός  άνθρωπος διακρίνει στην Ορθόδοξη εικονογραφία και τέχνη και θρησκεία, και καλλιτεχνική δημιουργία και θρησκευτικότητα4.
       Προκειμένου, όμως, να εξηγηθεί καλύτερα η πληθωρικότητα της Ορθόδοξης εικονογραφίας ως εκδήλωση της ανθρώπινης ζωής, προτείνετε «αντί να θεωρείται η Ορθόδοξη εικονογραφία τέχνη, θρησκεία ή και τα δύο μαζί να αντιμετωπίζεται ως ιεροφάνεια, δηλαδή μία ορισμένη φανέρωση του θεωρούμενου ως Ιερού στην πράξη και τη σκέψη, την εμπειρία και τη συνείδηση του Ορθόδοξου πιστού»5.

1. Η εισαγωγή των τεχνών στην Ορθόδοξη ανατολική παράδοση και λειτουργική ζωή

       Ο πνευματικός κόσμος του Βυζαντίου6 στην προσπάθειά του να διαμορφώσει άποψη για την τέχνη, βρέθηκε, κυρίως στη διάρκεια της εικοναμαχικής έριδας, να ισορροπεί ανάμεσα,  στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία (που αμφισβητούσε τη χρήση των εικόνων στην αποκάλυψη της θείας γνώσης-θέση που διατυπώθηκε από τον Πλάτωνα) και, στην αρχαία ελληνική λαϊκή παράδοση (που έκανε χρήση των εικόνων στη δημόσια λατρεία των θεών). Επιπλέον των προηγούμενων, υπήρχε και η ιουδαϊκή παράδοση, που απαγόρευε την κατασκευή θρησκευτικών εικόνων.
       Η τέχνη της εικόνας χρησιμοποιήθηκε στη βυζαντινή λειτουργία για να φέρει πιο κοντά τον συμμετέχοντα με τον Θεό. Κοντολογίς, ο άνθρωπος ενθαρρύνθηκε να γνωρίσει το Χριστό μέσα από την προσωπική του συνάντηση με την εικόνα Του εντός του λειτουργικού χώρου. Ο βαθμός, μάλιστα, της γνώσης του Θεού εξαρτάται από το βαθμό συναισθηματικής ταύτισης του συμμετέχοντα με την εικόνα του Θεού και όχι από τη νοησιαρχική προσέγγιση της τέχνης, που υποστηρίχθηκε από τους διανοούμενους του δυτικού Μεσαίωνα7.

2. Η λειτουργία της Ορθόδοξης εικονογραφίας

       Η λειτουργία της εικόνας στο χώρο της Ορθοδοξίας, λόγω της ομοιότητά της προς το πρότυπο που παριστάνει, εξαρτάται στενά από το αποδιδόμενο σ’ αυτή νόημα, που δεν είναι άλλο από την ιεροφανειακή συμβίωση. Εξάλλου, ο φυσικός δημιουργός/αποδέκτης της Ορθόδοξης εικονογραφίας ήταν και είναι ο Ορθόδοξος πιστός. Ο «αληθινός και ορθός»8 σκοπός των εικόνων, σύμφωνα και με τον Ι. Δαμασκηνό, μπορεί να γίνει αντιληπτός μόνο από την κοινότητα των πιστών.
       Βέβαια, για να μην χάσουμε τη δυναμική της Ορθόδοξης εικονογραφίας, ως ιεροφανειακού βιώματος, πρέπει να αποδεχτούμε την ενεργητική μας συμμετοχή στην «αποκωδικοποίηση» του «μηνύματος» των εικόνων. Η «θέα» της Ορθόδοξης εικονογραφίας, η «αποκωδικοποίηση» του «μηνύματός» της και η δέουσα τιμητική στάση απέναντί της, προϋποθέτουν, εμπλέκουν και συνεπάγονται πολλαπλές και διαφοροποιημένες βιωματικές διεργασίες: γνωσιακές, συναισθηματικές, βουλητικές, φαντασιωσικές, ηθικές, αισθητικοθρησκευτικές9, κ.ά.
       Με άλλα λόγια, η κατανόηση των εικόνων από τους πιστούς στηρίζεται: i) στη γνώση των περιστατικών («ποιος», «πού», «πότε», «τι» και «πώς»), που παριστάνονται στην εικόνα, ii) στην εκδήλωση συναισθημάτων γύρω από τα εικονιζόμενα περιστατικά, iii) στην προσωπική δέσμευση των συμμετεχόντων έναντι αυτών των περιστατικών, iv) στη φαντασιακή τους ταύτιση με τα συγκεκριμένα περιστατικά και v) στην αξιοποίησή τους ως ηθικά πρότυπα στη δική τους ζωή.
       Τα προηγούμενα μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για τη γλώσσα της εικόνας. Μιας γλώσσας με ξεχωριστή αξία, κατά τα λεγόμενα του Δαμασκηνού, αφού είναι προσιτή σε κάθε άνθρωπο. Εν ολίγοις, ό,τι ακριβώς είναι το βιβλίο για όσους ξέρουν γράμματα, το ίδιο είναι για τους αγράμματους η εικόνα10.
       Τελικά, προτείνετε αντί η προσέγγιση της Ορθόδοξης εικονογραφίας να γίνεται ως μίμηση και ταύτιση του πιστού με τις εικονιζόμενες μορφές, να γίνεται αντιληπτή ως εξομοίωση, ύστερα από εγγραφή του πιστού στο ιστορικό πλαίσιο των εικονιζόμενων μορφών11.

3. Η σύγχρονη εικονική  πραγματικότητα

       Η εικόνα στην εποχή μας, δεν είναι απλά ένας καλός αγωγός των ιδεολογιών της νεοτερικότητας, αλλά αντίθετα, ο άξονας γύρω από τον οποίο αναπτύσσεται μια άλλη ιδεολογία, η εικονική ιδεολογία. Η εικονική ιδεολογία, σε αντίθεση με τις ιδεολογίες της νεοτερικότητας, δεν είναι  ένας εξειδικευμένος λόγος που εξηγεί την κοινωνική συγκρότηση. Δεν είναι εικόνα των ιδεολογιών, αλλά ιδεολογία της εικόνας. Επιτελεί ταυτόχρονα οικονομικές (παραγωγικές) λειτουργίες, ενώ συνάμα εξυπηρετεί τις σχέσεις εξουσίας και κυριαρχίας, σ’ ένα αδιαίρετο συγκριτικό όλο12.

3.1 Η «μεικτή» πραγματικότητα

       Ανάμεσα στα δύο «άκρα» της πραγματικής ζωής και της εικονικής πραγματικότητας υπάρχει ένα ολόκληρο φάσμα επιλογών και δυνατοτήτων που προσδιορίζει το χώρο της αποκαλούμενης «μεικτής» (εμπλουτισμένης ή προσαυξημένης) πραγματικότητας. Είναι γεγονός ότι πολλές από τις προσπάθειες για να περιγραφεί αυτός ο χώρος προσκρούουν αναμφίβολα στην πολυσημία των όρων που χρησιμοποιούνται. Πρώτα απ’ όλα χρειάζεται να αποκτήσουμε μια κοινή αντίληψη για την έννοια της πραγματικότητας πριν ακόμα ασχοληθούμε με οτιδήποτε άλλο. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται και ένα πρώτο εμπόδιο. Ο άνθρωπος νοούμενος ως ένα υπερπολύπλοκο βιοψυχοκοινωνικό γνωστικό σύστημα ζει αναπτύσσεται και δραστηριοποιείται μέσα σε ένα φυσικό, τεχνητό ή και μεικτό περιβάλλον. Αυτό που συνήθως αντιλαμβανόμαστε ως πραγματικότητα είναι η «ερμηνεία» που παρέχει ο εγκέφαλος για το αποτέλεσμα αυτής της «συνύπαρξη» όπως την πληροφορείται μέσα από τα αισθητήρια όργανα και το νευρικό σύστημα13.
       Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν μας τη συλλογιστική των Maturana & Varela (1992), ότι το περιβάλλον δεν καθορίζει τη δομή, την ταυτότητα και την οργάνωση των έμβιων όντων, αλλά αντίθετα το νευρικό τους σύστημα, χάρη στην οργανωσιακή του κλειστότητα  και αυτονομία, επιλέγει  και ενσωματώνει τα εξωτερικά ερεθίσματα
και τις διαταραχές έτσι ώστε να διατηρεί την ακεραιότητά του14, καταλήγουμε αφοριστικά, πως κάθε γνωστική διαδικασία δεν είναι διαδικασία «αντανάκλασης» του πραγματικού κόσμου αλλά, αντίθετα, διαδικασία παραγωγής και οικοδόμησης ενός κόσμου. Εάν, όμως, κάνουμε δεκτή την παραπάνω άποψη ως ορθή θα έχουμε, επιπλέον, να αντιμετωπίσουμε και τις ψυχοκοινωνικές επιπτώσεις των ριζικών και απότομων αλλαγών του περιβάλλοντος, που συνήθως εμφανίζονται σε  περιβάλλοντα  εικονικής πραγματικότητας, ειδικότερα όταν αυτά επιτρέπουν και τη διαδραστική συμμετοχή  (αλληλεπίδραση) του χρήστη. Με  άλλα λόγια, στην πράξη δημιουργείται
μια «πολλαπλή πραγματικότητα» η οποία εξατομικεύεται και ερμηνεύεται διαφορετικά από τους συμμετέχοντες σ’ αυτήν15.

3.2 Η σύνδεση γνώσης και εμπειρίας

       Ο γενικός προσανατολισμός στην εικονική πραγματικότητα σχετίζεται άμεσα με την παροχή ευκαιριών και δυνατοτήτων για την πραγματοποίηση εμπειριών. Είναι μια τεχνολογία που επιτρέπει τη μαζική παραγωγή άμεσων εμπειριών. Μοιάζει να κλείνει ένας κύκλος που ξεκίνησε με τα πρώτα βήματα των ανθρώπων πάνω στη γη. Στην αρχή υπήρχε μόνο η εμπειρική γνώση, στη συνέχεια ήρθε η μοντελοποίηση και η χρησιμοποίηση συμβολικών διαδικασιών στη σκέψη. Ένα πράγμα μπορούσε να αντιπροσωπεύει κάποιο άλλο, σχέδιο, ήχο, γλώσσα, γραφή, μαθηματικά, τέχνη κ.λπ. Μετά φθάσαμε στην τυπογραφία και έγινε δυνατό να διακινηθούν οι εμπειρίες σε κάθε κατεύθυνση με τη χρήση γραπτών συμβόλων. Αυτή η μαζική παραγωγή συμβόλων δημιούργησε μια επανάσταση και οδήγησε την ανθρωπότητα σε ένα νέο  στάδιο πολιτισμού. Σήμερα με την εικονική πραγματικότητα οδηγούμαστε σε μια νέα επανάσταση, γιατί είμαστε σε θέση να αναπαράγουμε μαζικά την εμπειρία. Στις συζητήσεις, πλέον, για την εικονική πραγματικότητα αφθονούν οι συγκρίσεις  με την Αναγέννηση. Ακριβώς όπως η εφεύρεση του τρισδιάστατου ολογράμματος χρησιμεύει ως πολιτιστικό και επιστημονικό αντίστοιχο με την εισαγωγή της προοπτικής στη ζωγραφική, η εικονική πραγματικότητα αποτελεί το ψηφιακό αντίστοιχο (τηρουμένων των αναλογιών) για την αρχική διάδοση της τυπογραφίας16.

3.3 Η  λειτουργία της εικόνας στο σύγχρονο εικονικό περιβάλλον

       Οι όροι «εικονική πραγματικότητα» και «κυβερνοχώρος» ενσωματωμένοι πλέον στο καθημερινός μας λεξιλόγιο, χρησιμοποιούνται άλλοτε για να δηλώσουν τη δυνατότητά μας να συμμετέχουμε και να περιηγούμαστε σε διαδραστικά περιβάλλοντα και άλλοτε για να δηλώσουν την είσοδό μας σε ευρύτερα εικονικά περιβάλλοντα λ.χ. σε προσομοιωμένους κόσμους17. Το θέαμα δεν γίνεται, πλέον, αντιληπτό ως ένα σύνολο προβαλλόμενων εικόνων, αλλά ως «κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβημένη από εικόνες»18. Ο Μπωντριγιάρ κάνοντας ένα βήμα παραπάνω υποστηρίζει (εντελώς λανθασμένα κατά τη γνώμη μας, εφόσον αγνοεί τη θεολογική αυτοσυνειδησία της Ορθόδοξης εικονογραφίας) ότι όπως οι ιερές εικόνες «δολοφονούν τη θεϊκή ταυτότητα», κατά τον ίδιο τρόπο και οι ψηφιακές εικόνες «δολοφονούν το πραγματικό, δολοφονούν το ίδιο τους το πρωτότυπο»19.
       Λαμβάνοντας υπ’ όψιν μας τον ορισμό  που δίνει ο Perniola στο ομοίωμα: «εικόνα χωρίς ταυτότητα»20, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, στο πλαίσιο της σύγχρονης επικοινωνίας, οι εικόνες αυτονομούνται από τα πρωτότυπά τους και συνθέτουν ένα νέο επικοινωνιακό κύκλωμα με δική του δομή και δικές του αρχές. Με άλλα λόγια, στο περιβάλλον του κυβερνοχώρου εκλείπει η φυσικότητα και όλος ο χώρος πλημμυρίζει από ομοιώματα που δομούνται αυθαίρετα, πειθαρχώντας στους εσωτερικούς κανόνες μιας ανεξέλεγκτης εικονογένεσης. «Εκεί που ο πραγματικός κόσμος μετατρέπεται σε απλές εικόνες, οι απλές εικόνες γίνονται πραγματικά όντα», υποστήριξε ο Γκυ Ντεπόρ21.
       Τα στοιχεία που συνθέτουν αυτή την οντολογική μετάβαση22 είναι: i) η απόλυτη αυτονομία. Η ύπαρξη ενός και μόνου αντίγραφου «σπρώχνει» το πρωτότυπο στην ανυπαρξία. Το αντίγραφο συμπεριφέρεται, πλέον, «αλαζονικά» και αποκομμένο από την πραγματικότητα, ii) η απόλυτη διαφάνεια. Οι εικόνες του κυβερνοχώρου είναι μόνο  ο εαυτός  τους και δεν έχουν να  αποδείξουν τίποτα και σε κανέναν, iii) η εμπορευματοποίηση του εικονικού. Αυτό σημαίνει ότι η ανταλλακτική αξία (τιμή) των συγκεκριμένων εικόνων εικάζεται μόνο από την εμφάνισή τους και iv) η κανονιστικότητα. Ο ρόλος της εικονικής πραγματικότητας πάνω στην ίδια τη δομή της ανθρώπινης πραγματικότητας είναι, πλέον, ρυθμιστικός. Με άλλα λόγια, η ζωή μας προσαρμόζεται στους κανόνες που υπαγορεύει η οντολογία του εικονικού. Ζούμε όλοι σε μια προσομοίωση της πραγματικότητας, όπου η ηθική δεν έχει θέση, γιατί και η ίδια είναι  εικονική.
       Τελικά, το ομοίωμα ως είδωλο αντί να αναδεικνύει μια σχέση, όπως πράττει το σύμβολο, αποκλείει κάθε σχέση εκτός εκείνης με τον εαυτό του. Στην πράξη ο πολιτισμός της πληροφορίας έχει εξαφανίσει τη ριζική ετερότητα και στη θέση της έχει τοποθετήσει αναρίθμητα είδωλα. Έτσι, επικοινωνούμε χωρίς να επικοινωνούμε23.

4. Η εικονολογική προοπτική της Εκκλησίας

       Σύμφωνα με τον Ι. Δαμασκηνό24, τον κατ’ εξοχήν θεολόγο των ιερών εικόνων25, ο κτιστός άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να κάνει χρήση των κτιστών μέσων, που δεν είναι υποχρεωτικό να είναι μόνο νοητά, προκειμένου να πετύχει την αναγωγή του στο υπερβατικό. Κοντολογίς, η αναγωγή αυτή επιτυγχάνεται μόνο δια μέσω των αισθητών, δηλαδή των εικόνων και των σχημάτων ή αλλιώς «συμβόλων»26.
       Για την εκκλησιαστική κατανόηση της εικόνας πρέπει να έχουμε στο νου μας, ότι το βασικό χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης εικόνας, η αναφορικότητα, γίνεται αντιληπτό και καταφατικά και αποφατικά. Έτσι, από τη μία πλευρά η εικόνα είναι «εκφαντορική του κρυφίου και δεικτική»27 και από την άλλη ελλειπτική, εφόσον το κρύφιο στοιχείο του πρωτοτύπου της θα αποκαλυφθεί με κάθε πληρότητα στο μέλλον. Βέβαια, αναφορές στο «πρωτότυπο» δεν  συναντάμε μόνο στην εκκλησιαστική εικονογραφία, αλλά τόσο στην αρχαιοελληνική αισθητική28, όσο και στη θρησκευτική τέχνη γενικότερα. Εντούτοις, η εκκλησιαστική εικονογραφία διαφοροποιείται από τις δύο άλλες προοπτικές, όσο το κριτήριο της αναφορικότητας νοείται  εσχατολογικά. Με άλλα λόγια, η  απεικόνιση  του Χριστού, της Παναγίας και
των  Αγίων δεν  γίνεται με φωτογραφικό τρόπο, αλλά με έναν εσχατολογικό και ιεροφανειακό. Εν κατακλείδι, στην πορεία προς την εικόνα του Θεού γίνονται αποδεκτές οι διαμεσολαβήσεις των υλικών πραγμάτων, κατασκευασμένων επί τούτου ή καθιερωμένων από τη χρήση29.

Επίλογος

       Οι παραπάνω διαπιστώσεις, καταδεικνύουν κατά τη γνώμη μας, τη μεγάλη απόσταση που χωρίζει τις δύο εικονολογικές προσεγγίσεις, την ψηφιακή και την εικονογραφική. Τα δύο συστήματα καθοδηγούνται από δικές τους αρχές, λ.χ. το πρώτο χαρακτηρίζεται από το πάθος της εμμένειας και της αυτοαναφορικότητας και το δεύτερο από την εσχατολογική του παραπεμπτικότητα. Μία πιθανή λύση στο αδιέξοδο του νεφελώματος του εικονικού θα ήταν η μη είσοδος σ’ αυτό. Κάτι τέτοιο, όμως, θεωρείται αδύνατο αν όχι ανέφικτο μιας και ζούμε στον αιώνα της ψηφιακής ειδολωλατρίας.
       Σύμφωνα και με τον Ι. Δαμασκηνό, ο σκοπός και η χρησιμότητα της Ορθόδοξης εικονογραφίας έγκειται στο γεγονός ότι αποκαλύπτει μια πραγματικότητα την οποία αδυνατεί να αντιληφθεί ο άνθρωπος, εξαιτίας των περιορισμών του χρόνου και του χώρου. Με άλλα λόγια, η εικόνα είναι το «εργαλείο» μέσω του οποίου ο «περιορισμένος» άνθρωπος έρχεται σε επαφή με όντα, όπως οι Άγιοι, που βρίσκονται και υπάρχουν πέρα από τα όρια του ορατού. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η Ορθόδοξη εικονογραφία, ως ιεροφανειακή εμβίωση, ενσαρκώνει την ιστορικότητα της Εκκλησίας ως την εσχατολογική φανέρωση της Βασιλείας του Τριαδικού Θεού.

1  G. Kress & T. van Leeuwen, Multimond discourse (London: Alnold, 2001).
2  Με την  έννοια που αναφέρει ο Flaubert, ότι μια γυναίκα γραμμένη (ecrite) είναι χίλιες γυναίκες, ενώ μια γυναίκα σχεδιασμένη είναι μία γυναίκα.
3 Ουρ. Κωνστανινίδου - Σέμογλου & Μ. Θεοδωροπούλου, «Οπτικό, λεκτικό ερέθισμα και άγνωστη λέξη» στο Εικόνα και  Παιδί, Ουρ. Κωνσταντινίδου  (επιμ.), Θεσσαλονίκη:  cannot  not design pub lications 2005, σ.39.
4  Β. Αδραχτά, «Η Ορθοδοξία ως πολιτισμικό επίτευγμα και τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου», Σημειώσεις Παραδόσεων, Αθήνα, 2006, σ.2-3.
5  Β. Αδραχτά, ό.π.2.
6  Γ. Παγουλάτου, «Η Ορθοδοξία και  οι τέχνες», Σπουδές στην  Ορθοδοξία, Τόμ, Α΄: Η Ορθοδοξίαν ως  Πολιτισμικό  Επίτευγμα  κα ι τα Προβλήματα  του Σύγχρονου  Ανθρώπου, Σ. Γουνελάς (επιμ.), Πάτρα:  Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, 2002, σ.22.
7  F.Th. Mathews, «Psychological  Dimensions in the Art of Eastern Chistendom», Art and Religion: Faith, Form and  Re- form, 1984 Paine  Lectures  in  Religion, (eds), Osmund Overby, University  of  Missouri-Columbia 1986, σ.1-21.
8    Ι. Δαμασκηνού, Λόγος Α΄ 24=Β΄ 17.8-9 (III.115).
9    Β. Αδραχτά, ό,π.3.
10   Ι. Δαμασκηνού, Περί Εικόνων, Λόγος Α΄ 17.
11   Β. Αδραχτά, ό.π.4.
12  Γ. Πλειός, Ο Λόγος της Εικόνας, Ιδεολογία και Πολιτική, (Αθήνα: Παπαζήση, 2001, σ.460) .
13  Ι. Κεκέ & Ηρ. Μυλωνάκου-Κεκέ, «Διαδραστικές εμπειρίες σε περιβάλλοντα εικονικής πραγματικό τητας» στο: Εικόνα και Παιδί, Ουρ. Κωνσταντινίδου  (επιμ.), Θεσσαλονίκη: cannot  not design publications 2005, σ.481.
14 H. Maturana & F. Varela, Το δέντρο της γνώσης, οι βιολογικές ρίζες της ανθρώπινης νόησης (Αθήνα: Κάτοπτρο, 1992).
15  Ι. Κεκέ & Ηρ. Μυλωνάκου-Κεκέ, ό.π.481.
16  D. Rushkoff, Cyberia: οδηγός επιβίωσης στον κυβερνοχώρο (Αθήνα: Λιβάνης, 1993).
17  Γ. Σκαρπέλος, Terra Virtualis, Η κατασκευή του Κυβερνοχώρου, (Αθήνα,1999,σ.77-80).
18  Γκυ Ντεπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Π.Τσαχαγέας-Ν.Β. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθή να,1986, σ.24.
19  J. Baudrillard, The Evil Demon of  Images and the Precession of Simulacra, στο Τhomas Do-Cherty (ed.)Postmode- rnism: A Reader, Colombia Univ. Press, New York, 1993.
20  J. Baudrillard, ό.π.
21 Γκυ Ντεπόρ, ό.π.29.
22  J. Baudrillard,  Η Έκσταση της Επικοινωνίας, μτφρ. Β. Αθανασόπουλος (Αθήνα,1991, σ.33-71).
23 J. Baudrillard, Η Διαφάνεια  του  Κακού, Δοκίμιο πάνω στα Ακραία Φαινόμενα, μτφρ. Ζ. Σαρίκας,  (Αθήνα: Εξάντας, 1996, σ.127-137).
24 Ο Ι. Δαμασκηνός  γεννήθηκε  γύρω  στα  660 μ.Χ. στη  Δαμασκό  της  Συρίας.  Διορίστηκε  από  τους Σαρακηνούς  πρωτο- σύμβουλος  του κράτους, θέση από την οποία παραιτήθηκε για να μονάσει στο μοναστήρι του Αγίου Σάββα όπου  παρέμεινε μέχρι το θάνατό του, γύρω στα 750 μ.Χ.
25  Γ. Ζωγραφίδη, Βυζαντινή Φιλοσοφία της Εικόνας, (Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997,σ.287).
26  Υπάρχουν, πολλές  έννοιες, που γίνονται  αισθητές, χειροπιαστές εξαιτίας  της  ύλης, όπως είναι για παράδειγμα  το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, το  ξύλο του Σταυρού που έγινε το Σύμβολο της νίκης του Χριστιανισμού, ο τάφος του Γολγοθά, τα δέρματα και τα μελάνια των Ευαγγελίων, τα χρώματα και  τα χρυσαφικά των εικόνων, το θυμίαμα των εκκλησιών, τα σύμβολα του Πάθους του Χριστού ή ακόμα και τα υλικά εκείνα στοιχεία, που κάνουν αισθητά τα μυστήρια της Εκκλησίας.
27   Ι. Δαμασκηνού, Περί Εικόνων, Λόγος Γ΄, 17.2-3, II-I.126.
28  Γ. Ζωγραφίδη, Εικαστική Φιλοσοφία, (Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1998,σ.31-100).
29  Γ. Ζωγραφίδη, Βυζαντινή Φιλοσοφία της Εικόνας, (Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα, 1997,σ.304).


Βιβλιογραφία


Αδραχτά Β., «Η Ορθοδοξία ως πολιτισμικό επίτευγμα και τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου», Σημειώσεις Παραδόσεων, Αθήνα, 2006, σ.2-3.
Baudrillard J., Η Έκσταση της Επικοινωνίας, μτφρ. Β. Αθανασόπουλος (Αθήνα, 1991, σ.33-71).
Baudrillard J., The Evil Demon of  Images  and the Precession of Simulacra, στο Thomas Do-Cherty (ed.)  Postmoder-nism: A  Reader, Colombia University  Press, New York,1993.
Baudrillard J., Η Διαφάνεια  του  Κακού, Δοκίμιο πάνω  στα Ακραία Φαινόμενα, μτφρ. Ζ. Σαρίκας,(Αθήνα: Εξάντας,1996,σ.127-137).
Δαμασκηνού Ι.,  Περί Εικόνων, Λόγος Α΄ 24=Β΄ 17.8-9 (III.115).
Δαμασκηνού Ι., Περί Εικόνων, Λόγος Α΄ 17.
Δαμασκηνού Ι., Περί Εικόνων, Λόγος Γ΄, 17.2-3, II-I.126.
Ζωγραφίδη Γ., Εικαστική Φιλοσοφία, (Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1998,σ.31-100)
Ζωγραφίδη Γ., Βυζαντινή Φιλοσοφία της Εικόνας, (Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα,1997, σ.304).
Κεκέ Ι. & Ηρ. Μυλωνάκου-Κεκέ Ηρ., «Διαδραστικές  εμπειρίες  σε  περιβάλλοντα εικονικής πραγματικότητας» στο Εικόνα και Παιδί, Ουρ. Κωνσταντινίδου (επιμ.) Θεσσαλονίκη: cannot not design publications 2005, σ.481.
Kress G. & van Leeuwen T., Multimond discourse (London: Alnold, 2001).
Κωνστανινίδου - Σέμογλου Ουρ. &  Θεοδωροπούλου Μ., «Οπτικό, λεκτικό ερέθισμα και  άγνωστη λέξη» στο Εικόνα  και  Παιδί, Ουρ. Κωνσταντινίδου (επιμ.), Θεσσαλονίκη: cannot not design publications 2005, σ.39.
Mathews Th. F., «Psychological Dimensions  in the  Art  of Eastern Chistendom», Art and Religion: Faith, Form  and Reform, 1984 Paine Lectures in Religion, (eds), Osmund Overby, University of  Missouri-Columbia 1986, σ.1-21.
Maturana H. & Varela F., Το  δέντρο  της  γνώσης, οι βιολογικές ρίζες της ανθρώπινης νόησης (Αθήνα: Κάτοπτρο, 1992).
Ντεπόρ Γκυ, Η Κοινωνία του Θεάματος, μτφρ. Π. Τσαχαγέας-Ν. Β. Αλεξίου, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα,1986, σ.24.
Παγουλάτου Γ., «Η Ορθοδοξία και οι τέχνες», Σπουδές  στην Ορθοδοξία, Τόμ, Α΄: Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό  Επίτευγμα  και  τα  Προβλήματα του Σύγχρονου Ανθρώπου, Σ. Γουνελάς (επιμ.), Πάτρα: Ελληνικό  Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών, 2002, σ.22.
Πλειός Γ., Ο  Λόγος  της  Εικόνας, Ιδεολογία  και Πολιτική, (Αθήνα: Παπαζήση, 2001, σ.460) .
Rushkoff  D., Cyberia: οδηγός επιβίωσης στον κυβερνοχώρο (Αθήνα: Λιβάνης, 1993).
Σκαρπέλος Γ., Terra Virtualis, Η  κατασκευή  του Κυβερνοχώρου, (Αθήνα,1999, σ.77-80).